φυσητήρ

φυσητήρ
(-ήρος) ο
1) дыхало (у китов); 2) кашалот; 3) зоол, кит (разновидность); 4) уст. см. φυσερό

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "φυσητήρ" в других словарях:

  • φυσητήρ — φῡσητήρ , φυσητήρ instrument for blowing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -τήρας — τήρ, ΝΜΑ παραγωγική κατάλ. ονομάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, η οποία, όπως και η κατάλ. τωρ, χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τον δράστη ενέργειας. Οι δύο αυτές καταλήξεις ανάγονται στην ΙΕ κατάληξη * ter (πρβλ. και αρχ. ινδ. pi tā, λατ. pa …   Dictionary of Greek

  • φυσητήρας — ο / φυσητήρ, ῆρος, ΝΑ 1. το φυσερό 2. το όργανο τής φάλαινας με το οποίο αυτή ξεφυσάει το νερό νεοελλ. 1. ζωολ. α) γένος και κοινή ονομασία τού κητώδους θηλαστικού Physeter macrocephalus (catodon) τής οικογένειας φυοητηρίδες, γιγάντιου… …   Dictionary of Greek

  • ՓՈՒՔ — (փքոյ, ոց.) NBH 2 0959 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 10c, 12c, 13c, 14c, 17c գ. πνεῦμα spiritus, ventus, flatus. (որպէս թէ փուչ. եւ արմատ Փքալոյ. ) Փչումն. շունչ. հողմ. սիւք. շարժումն օդոյ փչմամբ ʼի կենդանւոյ կամ ʼի… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • φυσητῆρα — φῡσητῆρα , φυσητήρ instrument for blowing masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσητῆρας — φῡσητῆρας , φυσητήρ instrument for blowing masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσητῆρες — φῡσητῆρες , φυσητήρ instrument for blowing masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσητῆρι — φῡσητῆρι , φυσητήρ instrument for blowing masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσητῆρος — φῡσητῆρος , φυσητήρ instrument for blowing masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσητῆρσι — φῡσητῆρσι , φυσητήρ instrument for blowing masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυσητῆρσιν — φῡσητῆρσιν , φυσητήρ instrument for blowing masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»